Αθηναίος

Αθηναίος
ο , Αθηναία η афинян|ин, -ка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "Αθηναίος" в других словарях:

  • Ἀθηναῖος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀθήναιος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αθηναίος — I Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Γιος του Αττάλου Α’ και αδελφός του βασιλιά Ευμένη της Περγάμου. 2. Στρατηγός του Αντιγόνου, που κατατρόπωσε τους Ναβαταίους Άραβες το 312. 3. Μαθηματικός, σύγχρονος του Αρχιμήδη. Έζησε το 200 π.Χ. και του αποδίδουν …   Dictionary of Greek

  • Αθηναίος — θηλ. αία και Ατθίδα αυτός που κατάγεται από την Αθήνα: Είναι βέρος Αθηναίος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἀθηναίως — Ἀθήναιος masc acc pl (doric) Ἀθηναί̱ως , Ἀθηναῖος adverbial Ἀθηναί̱ως , Ἀθηναῖος masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πραξίας — Αθηναίος γλύπτης και ζωγράφος. Έζησε στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. Ο Παυσανίας τον αναφέρει ως τον γλύπτη που κατασκεύασε τα αετώματα του ναού του Απόλλωνα στους Δελφούς. Πέθανε στους Δελφούς χωρίς να προλάβει να τελειώσει τον γλυπτικό διάκοσμο των… …   Dictionary of Greek

  • Ἀθηναῖον — Ἀθηναῖος masc acc sg Ἀθηναῖος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀθηναίους — Ἀθήναιος masc acc pl Ἀθηναί̱ους , Ἀθηναῖος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πάχης — Αθηναίος στρατηγός του 5ου π.Χ. αι., γιος του Επίκληρου. Το 428 πολιόρκησε τη Μυτιλήνη και την ανάγκασε να παραδοθεί, ενώ τον επόμενο χρόνο κατέκτησε τις πόλεις, Ερεσσό, Πύρρα και Νότιο. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα κλήθηκε στο δικαστήριο… …   Dictionary of Greek

  • σμικρός — Αθηναίος αγγειογράφος του πρώιμου ερυθρόμορφου ρυθμού, που άκμασε στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Σώζονται δυο ενυπόγραφα σταμνιά, από τα οποία το καλύτερο βρίσκεται σε μουσείο των Βρυξελλών κι εικονίζει ένα συμπόσιο του με φίλους του, αυλητρίδες και …   Dictionary of Greek

  • σόλων — Αθηναίος νομοθέτης (γύρω στα 640 γύρω στα 560 π.Χ.). Ανήκε στην αριστοκρατική οικογένεια των Κοδριδών και κατατάσσεται μεταξύ των Επτά Σοφών της αρχαίας Ελλάδας, δηλαδή σ’ ένα μικρό κύκλο εκλεκτών αντρών, που χρησίμευαν στους αρχαίους ως πρότυπα… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»